🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διισχυρίζομαι
διισχυρίζομαι
утверждать, настаивать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
утверждать
? —
διισχυρίζομαι
как на
(ново)греческом
будет слово
настаивать
? —
διισχυρίζομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
διισχυρίζομαι
? — утверждать, настаивать
#
(ново)греческий словарь
—
αγριωπά
—
ανεδαφικός
—
παραδεκτός
—
χρονοφωτογραφώ
—
αυλωδικός
—
οδοντόκονη
—
ακαταληψία
—
δυσαπάτητος
—
ζηλόφθονος
—
Αγγλικανός
—
ξεφούσκωτος
—
αξερρίζωτος
—
θεοποιούμαι
—
αδείπνητος
—
τόρμος
—
μικροβιολυσίνη
—
φαμέλιος
—
ακόρδωτος
—
ανοιγοκλείσιμο
—
διασφηνω
—
πουλημένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω