🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σταγονόμετρο
σταγονόμετρο
το
капельница; пипетка
;
===
δίνω μέ τό ~ — давать, выдавать но капле; скупиться
;
μέ ~ — через час по чайной ложке
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
капельница
? —
σταγονόμετρο
как на
(ново)греческом
будет слово
пипетка
? —
σταγονόμετρο
как с
(ново)греческого
переводится слово
σταγονόμετρο
? — капельница, пипетка
#
(ново)греческий словарь
—
πτηνοθήρας
—
αλκαλιώ
—
παρετυμολογία
—
χρονοφωτογράφηση
—
οινοπνευματοποιός
—
αποφορά
—
αλατομιγής
—
κατηγορουμένη
—
επιπλέω
—
σκάνδαλο
—
μύτος
—
εβένινος
—
προχειρογραμμένος
—
μακάστα
—
εμψυχώνομαι
—
ρυτιδωμένος
—
στερεύομαι
—
σκύρο
—
συνθετήριο
—
συμπαρατάσσω
—
ξεθάρρεμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω