🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εξέρρηξα
εξέρρηξα
αόρ. от εκρηγνύω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
εξέρρηξα
? —
#
(ново)греческий словарь
—
καλόγερος
—
τρελοκομείο
—
απόκειται
—
πεντανόστιμος
—
ημίτυφλος
—
τευτονικός
—
τζίντζερ
—
κιγκλίδωμα
—
εκκαμίνευση
—
ανίπταμαι
—
ανεκπλήρωτος
—
αλατζαδένιος
—
ολοζώντανος
—
πολύξερος
—
εξωκυττάριος
—
αυτότροφος
—
καταδότης
—
παρακράτηση
—
δεισιδαίμονας
—
ψιμάδι
—
στρατούλα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω