🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καλόγερος
καλόγερ|ος
ο прям., перен.
монах
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
монах
? —
καλόγερος
как с
(ново)греческого
переводится слово
καλόγερος
? — монах
#
(ново)греческий словарь
—
σύμπηξη
—
ύδρευση
—
υποδαυλίζω
—
επιπόλαση
—
αφτέρωτος
—
αντιφώνηση
—
αποτυχία
—
προεξοφλητικός
—
επερχόμενος
—
απολυτοκρατία
—
συμπιλούμαι
—
νίβω
—
εφεκτικός
—
πολικότητα
—
υποτροπιάζων
—
ζύγιασμα
—
λιγογράμματος
—
μσμουριασμένος
—
αποσπείρω
—
ονομασιολογικός
—
ωρίμαση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω