🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αναγκιρός
αναγκιρός
вредный
;
~ά χόρτα — сорные травы, сорняки
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вредный
? —
αναγκιρός
как с
(ново)греческого
переводится слово
αναγκιρός
? — вредный
#
(ново)греческий словарь
—
νοσηλευτής
—
φιστικοβούτυρο
—
αληθομανία
—
μελετητής
—
αμεσίτευτος
—
αρνησίθεος
—
λαρυγγοπάθεια
—
αντιπτέραρχος
—
Καυκάσιος
—
ανδραγαθίζομαι
—
διερεθίζω
—
επιπεδοσφαίριο
—
ταχύπλοο
—
απαστριά
—
χολοσκάζω
—
προχρονολογώ
—
γλυκοκυματίζω
—
αλοή
—
απόκαυμα
—
νεκροσκοπία
—
αναλώτρια
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω