🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εξουσίαση
εξουσίαση
Властвование
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
εξουσίαση
? —
#
(ново)греческий словарь
—
μεταλλόφωνο
—
απόλιγο
—
ευαπόδεικτος
—
σπαρτό
—
μαυροκούκι
—
δυσμενώς
—
οξυμετρία
—
πορνογραφικός
—
παραπονιάρικος
—
πολιορκία
—
κοπρισμός
—
ευμετάθετος
—
κλεψίμι
—
βραδιάτικος
—
επίφυσις
—
ανευχαριστιά
—
χρονοτριβή
—
ανθυπομοίραρχος
—
αυτοσεβασμός
—
ανυψώνω
—
μετασχηματισμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω