🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βούκα
βούκα
η
кусок
(количество пищи, помещающееся во рту);
μιά ~ ψωμί — кусок хлеба
;
===
μιά ~ άνθρωπος — крошка, фитюлька (о человеке)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
кусок
? —
βούκα
как с
(ново)греческого
переводится слово
βούκα
? — кусок
#
(ново)греческий словарь
—
βότρυς
—
Σύρα
—
δακτυλικά
—
πείσμωμα
—
κρεαταγορά
—
γάστρωμα
—
τεχνητό
—
αριστερίζω
—
κατάντι
—
ανεμόσαρκος
—
ασβεστούχος
—
ηλιοβούτημα
—
απακεττάριστος
—
περίπλοκος
—
κοψομέσιασμα
—
υποκρούω
—
καρδάμωμα
—
ευχητήριος
—
βροντολογώ
—
απαρενόχλητος
—
αντιθάλαμος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω