🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γυμνόπους
γυμνόπους
(-ποδός)
босой, босоногий
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
босой
? —
γυμνόπους
как на
(ново)греческом
будет слово
босоногий
? —
γυμνόπους
как с
(ново)греческого
переводится слово
γυμνόπους
? — босой, босоногий
#
(ново)греческий словарь
—
κακογουστιά
—
υπερκορεννύω
—
φουκαράκος
—
ανθελμιντικός
—
οπτιμιστής
—
αιθεραναισθησία
—
χάϊδεμα
—
Κωνσταντινούπολη
—
υπαινίσσομαι
—
εκρηκτικά
—
επταμηνίτικο
—
χασμώμαι
—
σαρδανάπαλος
—
τουμπανιάζω
—
σωβινισμός
—
τορπίλλα
—
ρήσις
—
υπεραγωγιμότης
—
ξεθυμαίνω
—
ρυζόνερο
—
πιονέρης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω