🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μυροπωλείο
μυροπωλείο
το
парфюмерный магазин
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
парфюмерный магазин
? —
μυροπωλείο
как с
(ново)греческого
переводится слово
μυροπωλείο
? — парфюмерный магазин
#
(ново)греческий словарь
—
αργυρώδης
—
στάζω
—
τέκτονας
—
μεταλλόχρους
—
πιπεριά
—
ιταλιωτικός
—
αβουτύρωτος
—
απρομήθευτα
—
ωρολόϊ
—
άκρατος
—
δασύσκιος
—
φουκαρατζίκος
—
ερυσίπελας
—
πρωτοδιοριζόμενος
—
μικρόφυτο
—
κουλτουριάρης
—
επαίτις
—
σαπρόφυτα
—
ενδοκρινολογικός
—
εψάνη
—
δυσάγωγος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω