🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αμόνω
αμόνω
(αόρ. άμοσα)
клясться
;
άμοσε στά παιδιά του — он поклялся своими детьми
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
клясться
? —
αμόνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
αμόνω
? — клясться
#
(ново)греческий словарь
—
συνορίτης
—
νοσηρότητα
—
ποιμένας
—
ανέντιμος
—
ενδυνάμωση
—
σουγιαδάκι
—
κατεργαριά
—
ηλιοσκοπία
—
χρονικό
—
διάμεσον
—
νταρί
—
προάστειο
—
ενσπείρω
—
μούτζωμα
—
σερβίτσιο
—
υπάγομαι
—
θεοποιώ
—
γκαστρώνομαι
—
πατριαρχείο
—
εμψυχώτρια
—
ψηστιέρα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω