🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βλεφαρίτιδα
βλεφαρίτιδα
η мед.
блефарит
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
блефарит
? —
βλεφαρίτιδα
как с
(ново)греческого
переводится слово
βλεφαρίτιδα
? — блефарит
#
(ново)греческий словарь
—
επίπλαστος
—
ανατολμώ
—
ψυχαλήθρα
—
δολιεύομαι
—
χουλιάρα
—
υδροφοβικός
—
επταμηνίτης
—
γκρεκιάζω
—
σύμπλοκος
—
καημός
—
οξυκέρασο
—
πάγχρυσος
—
κερασφόρος
—
ντοματομπελτές
—
αποχαλινωμένος
—
απάνω
—
αιτώ
—
ανταμικός
—
εφεκτικός
—
παμμέγιστος
—
ξενίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω