🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κολχόζικος
κολχόζικ|ος
колхозный
;
~η ιδιοκτησία — колхозная собственность
;
~η αγροτιά — колхозное крестьянство
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
колхозный
? —
κολχόζικος
как с
(ново)греческого
переводится слово
κολχόζικος
? — колхозный
#
(ново)греческий словарь
—
τζελατίνα
—
νικώμαι
—
βωλογύρνω
—
σταρένιος
—
αναβαίνω
—
ανημπορεσιά
—
κοντούλης
—
τυραννίσκος
—
απαρχής
—
ανήγαγον
—
ραπτεργάτης
—
σκραπ
—
παφίλι
—
διημερεύω
—
φιλελεύθερος
—
κατεστραμμένος
—
αναστηλωτικός
—
μουντός
—
πατρογονικός
—
εμπρηστής
—
αφιλοκέρδεια
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω