🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανατύπωμα
ανατύπωμα
το 1)
перепечатка
;
2)
переиздание
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
перепечатка
? —
ανατύπωμα
как на
(ново)греческом
будет слово
переиздание
? —
ανατύπωμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανατύπωμα
? — перепечатка, переиздание
#
(ново)греческий словарь
—
ανακύκλισμα
—
λιεργάτης
—
αχρειολόγα
—
καταλύτης
—
ερεονητέος
—
μυροποιείο
—
καλοχώνευτος
—
στυπόχαρτο
—
διαβατός
—
βαριάντα
—
σπαλέττο
—
διαγλύφω
—
αναντάλλαχτος
—
πατραλοίας
—
ζαρτιέρα
—
αγουροξύπνημα
—
ελκυστήρας
—
σωληνώνω
—
αποκλήρωση
—
εκρηκτήρας
—
σοκολατίνα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω