🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τεχνοκριτικός
τεχνοκριτικός
искусствоведческий
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
искусствоведческий
? —
τεχνοκριτικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
τεχνοκριτικός
? — искусствоведческий
#
(ново)греческий словарь
—
ακόρεστος
—
ανεπιτήρητος
—
αυτοκατευθυνόμενος
—
εμπότισμα
—
παραπίπτω
—
βίκος
—
αναλφαβητικός
—
αντίφρασις
—
ρεμπέτικος
—
κατακαημένος
—
αβρός
—
στυπειοθλίπτης
—
οίκιση
—
παράκουσμα
—
γκαγκαλίδα
—
ενδότερος
—
δημοπράτης
—
μονοπωλιακός
—
επιβατικό
—
δοκογέφυρα
—
αμολόητος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω