🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δενδρύλλιο
δενδρύλλιο
το
деревце
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
деревце
? —
δενδρύλλιο
как с
(ново)греческого
переводится слово
δενδρύλλιο
? — деревце
#
(ново)греческий словарь
—
άτρακτος
—
πρωτοπορία
—
λιάζω
—
επιστόμωσις
—
αγουροξυπνώ
—
κούφος
—
αργοπορία
—
ζατρικίζω
—
εριον
—
οδοντοτεχνίτης
—
ψευδόθυρον
—
αιματολογία
—
φθονερός
—
γαρμπάτος
—
αντλιοστάσιο
—
εκτυπωτικός
—
βρωμόστομος
—
προχειρίζω
—
σφοδρός
—
τροπώνω
—
απρόσωπος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω