🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βούτυρο
βούτυρο
το (коровье)
масло
;
φρέσκο ~ — сливочное масло
;
αλατισμένο ~ — солёное масло
;
λειωμένο (или μαγειρικό) ~ — топлёное масло
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
масло
? —
βούτυρο
как с
(ново)греческого
переводится слово
βούτυρο
? — масло
#
(ново)греческий словарь
—
ευλαβής
—
αυτούθε
—
χειροτεχνώ
—
υπνοβότανο
—
νομοτελειακά
—
μετρίασμα
—
γενναιοψυχία
—
τυρόπηγμα
—
λιμάρικος
—
λωλαμάρα
—
ξυλομετρία
—
άργυρος
—
αποδεικνύω
—
κοκκάλα
—
μέτζο
—
πινακοθήκη
—
βασταχτός
—
Προμηθέας
—
αργάτης
—
κατοπινάρι
—
μακροχειρία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω