🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φουσκονεριά
φουσκονεριά
η 1)
прилив
;
2)
половодье
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
прилив
? —
φουσκονεριά
как на
(ново)греческом
будет слово
половодье
? —
φουσκονεριά
как с
(ново)греческого
переводится слово
φουσκονεριά
? — прилив, половодье
#
(ново)греческий словарь
—
ρινίζω
—
Βενετσιάνος
—
ευφραντικός
—
ξεροκοκκινίζω
—
κούρα
—
γρασάρισμα
—
οργιλότητα
—
αγιογραφώ
—
βιβλιαράκι
—
προστατευτικός
—
ευλαβούμαι
—
αδιάβροχος
—
μεταξοβιομηχανίο
—
οπερέτα
—
καθαρίζω
—
υπνοθεραπευτής
—
μεταλλόκραμα
—
αποστέρηση
—
καθαγιασμός
—
αρεστά
—
πυελοκυστίτιδα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω