🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κρεμέζο
κρεμέζο
το
кошениль
(краска)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
кошениль
? —
κρεμέζο
как с
(ново)греческого
переводится слово
κρεμέζο
? — кошениль
#
(ново)греческий словарь
—
άπτωτος
—
πέλεκυς
—
μπογιατίζω
—
γνωμολογικός
—
φταρμίζω
—
ταχυδακτυλουργικός
—
OTE
—
εγκαυστος
—
διασκευάζω
—
φαρμακοδυναμικός
—
διαφορά
—
ενταύθα
—
τσιπουράκι
—
εφελκυσμός
—
τροχίσκος
—
δάκρυο
—
ιδιολάτρης
—
ηλεκτροοπτική
—
ακατάρτιστος
—
λείμμα
—
ξεμαγεύω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω