🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κρουσίφλογος
κρουσίφλογ|ος
ударный, ударного действия
(о снаряде)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ударный
? —
κρουσίφλογος
как на
(ново)греческом
будет слово
ударного действия
? —
κρουσίφλογος
как с
(ново)греческого
переводится слово
κρουσίφλογος
? — ударный, ударного действия
#
(ново)греческий словарь
—
εκφραστικός
—
γλυκονανουρίζω
—
εξομαλίζω
—
κερκοφόρος
—
περιβρέχω
—
βάτα
—
συννεφιά
—
νανοσωμία
—
ευαπόδεικτος
—
καρδαμώνω
—
ανθοκλώνι
—
αεικίνητος
—
αμάζωχτος
—
ανασφάλιστος
—
ξενοπλύνω
—
σπλήν
—
σαπρότητα
—
εγκαθιδρύω
—
αλείπτης
—
γιουχάϊσμα
—
καρδιοδυναμική
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω