🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σκαλτσούνι
σκαλτσούνι
το
носок
(чаще мужской)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
носок
? —
σκαλτσούνι
как с
(ново)греческого
переводится слово
σκαλτσούνι
? — носок
#
(ново)греческий словарь
—
ογδοντάρης
—
υποκινήτρια
—
λιθίαση
—
οσκρώνω
—
χορομανία
—
αλογοσούρτης
—
κυτταροπαθολόγος
—
πουρναρήσιος
—
μαργαρίτης
—
πούληση
—
λίγδιασμα
—
σκυλάδικο
—
ζωοκτόνος
—
ανεμομιλιά
—
ευφαντασίωτος
—
τεχνουργία
—
αυτοδιέγερση
—
ξυπολάω
—
γλυκό-
—
επισκύνιον
—
ξεκάθισμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω