🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ξυπολάω
ξυπολάω
снимать (__с кого-л.__) обувь
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
снимать обувь
? —
ξυπολάω
как с
(ново)греческого
переводится слово
ξυπολάω
? — снимать обувь
#
(ново)греческий словарь
—
Νεαρά
—
ξετρελλαίνομαι
—
παρατυχούσα
—
αλέπιαστος
—
φιλοξενούμαι
—
ψύλλιασμα
—
ανένδοτος
—
καρπισμένος
—
ασφαλιστικό
—
ελατήσιος
—
μαρινάτο
—
αποσχίζομαι
—
υποτακτική
—
μιλιούμαι
—
απάντημα
—
πάγα
—
εκστατικός
—
λουπινάρι
—
μοσχοβολιά
—
διάσιμο
—
δουλοπρεπώς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω