🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γιγαντώνομαι
γιγαντώνομαι
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
γιγαντώνομαι
? —
#
(ново)греческий словарь
—
κυμάτισμα
—
εκπίπτομαι
—
νυμφαία
—
διορίζω
—
διάφορο
—
παλιόμουτρο
—
αθρόος
—
πολεμοποιός
—
εξαπλασίαση
—
καμμιά
—
καλοφτιαγμένος
—
ανημέρευτος
—
λιποβαρές
—
ξεκάνω
—
ενοχοποιητικός
—
σούμμα
—
ρυάζομαι
—
βιοπορίζομαι
—
ξυπάζω
—
ορυκτό
—
αγριοβαλανιδιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω