🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σταμπαρισμένος
σταμπαρισμέν|ος
1)
запёчатлённый в памяти
;
2)
известный
;
τόν έχουμε ~ο πορτοφολά — [phrase]он известный карманник[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
запёчатлённый в памяти
? —
σταμπαρισμένος
как на
(ново)греческом
будет слово
известный
? —
σταμπαρισμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
σταμπαρισμένος
? — запёчатлённый в памяти, известный
#
(ново)греческий словарь
—
στολισμός
—
θεοκαπηλεία
—
στεγανός
—
γουστόζικος
—
πυλωρικός
—
ξεμυγιάζω
—
δόγμα
—
αλληλοδιάδοχος
—
κουραδούμπα
—
οπισθενεργητικός
—
γαστρίτιδα
—
παριστάνω
—
βρωμο-
—
τυποποίηση
—
κοντοπίθαρος
—
σινδόνι
—
αχαραχτήριστος
—
κστεύθυνση
—
συγχύζω
—
ακροβατώ
—
συγκολλητήρας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω