🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλληλόχρεος
αλληλόχρε|ος
взаимообязующий
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
взаимообязующий
? —
αλληλόχρεος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλληλόχρεος
? — взаимообязующий
#
(ново)греческий словарь
—
κουτσοδιαβασμένος
—
ατομοκίνητος
—
φοβισμένος
—
αποφορτώνω
—
επιβραδυντικός
—
εξάρτηση
—
μέλαν
—
τραγουδιστά
—
τενεκεδένιος
—
ακόνιστος
—
σπεκουλάρισμα
—
εκσφενδόνιση
—
αυτόθετος
—
προσεχτικός
—
ρίπημα
—
κάλυψη
—
αδιάβαστος
—
ψαρομάλλης
—
σκεπαστήρι
—
αναχορήγηση
—
κακοθανατιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω