🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
επάλειμμα
επάλειμμα
το 1)
смазка
(мазь, жир и т. п.);
2)
обмазка
;
~ ασβέστου — известковая обмазка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
смазка
? —
επάλειμμα
как на
(ново)греческом
будет слово
обмазка
? —
επάλειμμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
επάλειμμα
? — смазка, обмазка
#
(ново)греческий словарь
—
κανναβένιος
—
ξαγναντεύω
—
κλινικώς
—
λιβελουλα
—
εξαγνιστικός
—
νυχθημερόν
—
αμέστωτος
—
τιτλοφόρηση
—
ιατροσόφι
—
πορτοκαλί
—
Σόλοι
—
καταλληλότητα
—
γλωσσοκοπάνα
—
δρωπικιάρης
—
ελαιοπαραγωγικός
—
κεφαλοκόλωνο
—
περιγελαστικός
—
μηχανώμαι
—
οινόφλυξ
—
μεταβιβάζω
—
βραγχιακός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω