🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υπέσχον
υπέσχον
αόρ. от υπέχω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
υπέσχον
? —
#
(ново)греческий словарь
—
μυριόνεκρος
—
ορνιθολογικός
—
πασιφανής
—
ανέμπληγος
—
βακτηριδιακός
—
βαλίτζα
—
προσεπικαλώ
—
στραγαλατζίδικο
—
κοασμός
—
βελονοθήκη
—
λεοντή
—
έπλασα
—
επισυνημμένος
—
ιχνηλάτηση
—
κωδικογράφος
—
νομοτελεστικός
—
πατέρα
—
χρωματικός
—
φριτούρα
—
αστρομαντεία
—
ανεμοκυκλαπόδης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω