🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εδυνήθηκα
εδυνήθηκα
αόρ. от δύναμαι
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
εδυνήθηκα
? —
#
(ново)греческий словарь
—
μυξιάρικο
—
αφιλομάθεια
—
μικροβόλτ
—
λουλουδάδικο
—
νομή
—
εκχιονισμός
—
κανταδόρα
—
υδρολίπανση
—
κεντρίζω
—
αρχείο
—
κολνω
—
ιστιοπλοώ
—
ράβδωση
—
παράνομον
—
πολιτικομανία
—
ρουθούνισμα
—
νοώ
—
νεκροτομείο
—
σύρσιμο
—
καθίζω
—
ωτορινικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω