🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
επιληπτικός
επιληπτικός
мед.
эпилептический
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
эпилептический
? —
επιληπτικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
επιληπτικός
? — эпилептический
#
(ново)греческий словарь
—
αναποφλοίωτος
—
σκάλεμα
—
βιάζω
—
ισόβια
—
θειαφισμένος
—
διορυχή
—
αγουροφάγος
—
ορνιθοκλόπος
—
συμπαραλαμβάνω
—
καναδέζικος
—
παιδοψυχίατρος
—
ρυθμολογία
—
αναγκεμένος
—
αρτοπαρασκεύασμα
—
αφιέρωμα
—
τηλεβόας
—
χαμπάρι
—
θρυμματίζομαι
—
ανασκαλίζω
—
επισύρω
—
ψητό
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω