🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βιλλί
βιλλί
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
βιλλί
? —
#
(ново)греческий словарь
—
δοκιμαστής
—
ανδρογυναίκα
—
άπαξ
—
κομπέρ
—
θερμοφόρος
—
χρηστικότητα
—
λακτίζω
—
καταχρηστικός
—
μακρομικρόμετρο
—
βουλωτηρον
—
βενετοκρατία
—
αιγυπτιολόγος
—
ιστότοπος
—
φυλλόρόϊσμα
—
πληρεξουσιοδοτώ
—
κιάλια
—
χανιτζής
—
τόμος
—
δισχιδής
—
κοπιώδης
—
εκειδά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω