🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κουταλιά
κουταλιά
η
ложка
(содержимое);
===
πνίγομαι σέ μιά ~ νερό — захлебнуться в ложке воды
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ложка
? —
κουταλιά
как с
(ново)греческого
переводится слово
κουταλιά
? — ложка
#
(ново)греческий словарь
—
διάραχο
—
ψυχάκιας
—
μασούλημα
—
μυδράλλιο
—
αλαμπής
—
νταλώνω
—
εγκαθείργω
—
εκλεκτικιστής
—
ευκαίρωμα
—
ενεργητικό
—
τροχοβίλα
—
μπιραριέρα
—
ημισκιά
—
βάιαλλος
—
χνουδάκι
—
προσμειγνύω
—
λάφι
—
ασβεστοπωλείο
—
ουσιαστικοποίηση
—
ζεματιστήρι
—
μπαστουνόβλαχος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω