🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανοσοποιητικός
ανοσοποιητικός
иммунизирующий
???
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
иммунизирующий
? —
ανοσοποιητικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανοσοποιητικός
? — иммунизирующий
#
(ново)греческий словарь
—
ταλανίζω
—
σκεπτικός
—
επίκειμαι
—
άφλεκτος
—
καταδύτρια
—
επιλύω
—
παράτυπα
—
λογή
—
φουντώνω
—
παρομοίως
—
θάφτης
—
ανόδιον
—
περικάλυμμα
—
εγγάστρωμα
—
επίτμηση
—
διάτρητος
—
χασικλήδικος
—
διχασμένος
—
κηρογραφία
—
άφταιστος
—
ανθρωποφάγος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω