🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υδροηλεκτρικός
υδροηλεκτρικός
гидроэлектрический
;
~ σταθμός — гидроэлектростанция
;
~ή εγκατάσταση — гидроустановка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
гидроэлектрический
? —
υδροηλεκτρικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
υδροηλεκτρικός
? — гидроэлектрический
#
(ново)греческий словарь
—
λοφίσκος
—
ακίνητο
—
απογελώ
—
ραδιοτηλεπικοινωνία
—
όα
—
εγχειρητικός
—
σκαρτάρω
—
νάρδος
—
αλουσία
—
έμβιος
—
ακλήτευτος
—
ασυγχώρητος
—
εξυδάτωση
—
ζωοπαθολογία
—
ράκος
—
συντροφικός
—
βροχοποιός
—
μακρονός
—
γραφίστικος
—
ανταποδοτικός
—
πυελίς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω