🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γραμματολογικός
γραμματολογικός
1)
литературный
;
2)
литературоведческий
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
литературный
? —
γραμματολογικός
как на
(ново)греческом
будет слово
литературоведческий
? —
γραμματολογικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
γραμματολογικός
? — литературный, литературоведческий
#
(ново)греческий словарь
—
πλατυτέρα
—
υπνώνω
—
τέταρτο
—
πτεροσχιδής
—
ελευθεριακός
—
στέκομαι
—
δεκάωρο
—
βιβλιοθηκονόμος
—
μαλάκιο
—
κατοπτρίζομαι
—
υπογλώσσιος
—
ραβδοσκοπία
—
διηγηματογράφος
—
γκαρσόνα
—
παγόδα
—
γεμίδι
—
πρωταθλητής
—
ορκωμοσία
—
εργένης
—
χιλιοχρονίτικος
—
βρογχοκήλη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω