🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αριστερός
αριστερός
1. разн. знач.
левый
;
~ άνθρωπος — а) левша; б) полит. левый
;
~ή παράταξη — левое крыло (в парламенте, партии)
;
===
γάμος εξ ~άς χειρός — морганатический брак
;
2. :
η αριστερά — левая рука
;
η άκρα ~ά — крайняя левая партия, коммунистическая партия
;
η φράξια (или η παράταξη) τών ~ών — фракция левых
;
η αριστερά — а) левые партии; б) левое крыло парламента
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
левый
? —
αριστερός
как с
(ново)греческого
переводится слово
αριστερός
? — левый
#
(ново)греческий словарь
—
τροφικός
—
ελαφρυντικός
—
γηρασμός
—
ροόμετρο
—
νανόμετρο
—
κορνιζοπωλείο
—
αίσθηση
—
δυόσμος
—
ηλεκτροσυγκόλληση
—
αμίσθωτος
—
αδιαοκόρπιστος
—
μπακάλισσα
—
ρωμαίϊκο
—
γεροντομοίρι
—
κετόνες
—
έξις
—
σκαληνός
—
θεατρινίστικος
—
Κύκλωψ
—
άδυτο
—
φαφλατάδικος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω