🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μονήμερος
μονήμερ|ος
однодневный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
однодневный
? —
μονήμερος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μονήμερος
? — однодневный
#
(ново)греческий словарь
—
αραβόσιτος
—
οκτακισχιλιοστός
—
αποπληξία
—
μονοφωνία
—
φλασκωτός
—
τροφοδοσία
—
επιπλαρισμένος
—
κρέμαση
—
σίκ
—
μεθοκόπος
—
καυκάσιος
—
πρόπτωση
—
προκατάληψη
—
ξενοκρατία
—
αθέρας
—
κοκέτης
—
χολαιμικός
—
δεξιήνεμος
—
Νεαρά
—
νεραϊδογεννημένος
—
ζητιανιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω