🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λύκειο
λύκειο
το
лицей
;
Πρακτικόν ~ — реальное училище
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лицей
? —
λύκειο
как с
(ново)греческого
переводится слово
λύκειο
? — лицей
#
(ново)греческий словарь
—
ανεμοδόχος
—
ξενοδοχοϋπάλληλος
—
υδροϊώδιο
—
εκχωρητής
—
ατομικός
—
μύδρος
—
αλλοιώνω
—
εξοχή
—
απάρνηση
—
εξαρμοστήρας
—
θερμόλουτρο
—
πλεύρισμα
—
σαρκαστικός
—
αλίπαστος
—
καλοζυγίζω
—
υδροδοτούμαι
—
φόβος
—
Λεττονή
—
ισιώνω
—
αυγατώ
—
αχυλιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω