🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
στοίβα
στοίβα
битком
;
ήτανε ~ γεμάτο τό βαπόρι — [phrase]теплоход был битком набит[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
битком
? —
στοίβα
как с
(ново)греческого
переводится слово
στοίβα
? — битком
#
(ново)греческий словарь
—
ανεγγύητα
—
κονταρόξυλο
—
ξενισμός
—
ιερόδουλος
—
αποδίνω
—
κορνιζοπώλης
—
στρατολογώ
—
νευρόσπασμα
—
κοάξ
—
καπνομίχλη
—
φωτοηλεκτρισμός
—
λήμμα
—
ρουχικό
—
ιππευτικός
—
τρολές
—
γελαδάρισσα
—
—
αγιοποίηση
—
πολυδύναμος
—
εντοπισμός
—
παντοχή
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω