🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κονταρόξυλο
κονταρόξυλο
το 1)
древко копья
;
2)
шест
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
древко копья
? —
κονταρόξυλο
как на
(ново)греческом
будет слово
шест
? —
κονταρόξυλο
как с
(ново)греческого
переводится слово
κονταρόξυλο
? — древко копья, шест
#
(ново)греческий словарь
—
μάρα
—
περίκλειστος
—
ταχυγραφικός
—
αειφόρος
—
καλημερίζω
—
τίθημι
—
κοιλιακός
—
ασβέστιο
—
προπέτεια
—
μωρία
—
αδιάκριτα
—
τουναντίον
—
τολμηρότητα
—
εξανάστροφα
—
αδιακλάδωτος
—
υδρογονοσταγονίδιο
—
αντιπροσωπευόμενος
—
κωλοκάθομαι
—
μαντιλοδένομαι
—
μόνος
—
συγκοινωνών
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω