🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ογκομετρία
ογκομετρία
η
измерение объёма
(твердых тел)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
измерение объёма
? —
ογκομετρία
как с
(ново)греческого
переводится слово
ογκομετρία
? — измерение объёма
#
(ново)греческий словарь
—
παντρολογάω
—
σαυροειδή
—
ζυμομυκητίαση
—
εμφιλοχωρώ
—
ψυχονευρωτικός
—
καταή
—
μεταπίπτω
—
τριακονταετία
—
ατυράννητος
—
συντοπίτης
—
κιτρινωπός
—
αγίαση
—
νήδυμος
—
ναυτικό
—
αναγκαιώ
—
φληναφώ
—
υποθήκη
—
επάγην
—
παρτίδα
—
βλαμμένος
—
κρανέα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω