🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
επισπώμαι
επισπώμαι
(παθ. αόρ. επεσπασάμην)
привлекать
(внимание)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
привлекать
? —
επισπώμαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
επισπώμαι
? — привлекать
#
(ново)греческий словарь
—
αποθησαυριστής
—
περιεκτικός
—
αποτύπωση
—
αμμοχαλικοστρωμένος
—
αριθμογραφικός
—
πιθανός
—
νοσηλεία
—
καρβουνιάζω
—
μαρουλοφυλλο
—
μπλέξιμο
—
προσκυνοχάρτι
—
φυτίνη
—
στηθόπαννο
—
ανοσμία
—
εβδομήντα
—
αηδονολαλώ
—
ομόχρονος
—
ασίγαστος
—
συλλοβόγριφος
—
αριθμογραφία
—
τσαγκαροσούβλι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω