🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πιεζοηλεκτρικός
πιεζοηλεκτρικός
физ.
пьезоэлектрический
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пьезоэлектрический
? —
πιεζοηλεκτρικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
πιεζοηλεκτρικός
? — пьезоэлектрический
#
(ново)греческий словарь
—
μεθύστρα
—
αισθησιαρχικός
—
ρίχτω
—
Φιλλανδέζος
—
άκαρδος
—
δεκάς
—
αναδασμός
—
δεκάωρος
—
γλύφανο
—
αποταμίευμο
—
υπεραξία
—
χαροπαλεύω
—
καταξεριάς
—
επιτόκιο
—
λογοτέχνισσα
—
αρχαιομανής
—
αγγαρεία
—
χαλαρότητα
—
υδατοστρόβιλος
—
σμπαράλια
—
μαλάς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω