🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σκιοφιλία
σκιοφιλία
η
тенелюбивость
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
тенелюбивость
? —
σκιοφιλία
как с
(ново)греческого
переводится слово
σκιοφιλία
? — тенелюбивость
#
(ново)греческий словарь
—
φανταρίστικος
—
στυλοπάτι
—
βαπορτζής
—
τζαμωτός
—
γκοφός
—
ιοντώ
—
καραβόσχοινο
—
απροσαγόρευτος
—
οσμανικός
—
γένιο
—
αγοραστικός
—
χρονοτριβή
—
μπέμπης
—
οραματίζομαι
—
βαρίτης
—
κοιμητήρι
—
κονιοποίηση
—
επιψήφιση
—
σοδειά
—
πραγματισμός
—
διαριθμώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω