🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καθρεφτίζω
καθρεφτίζω
отражать, отображать
;
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
отражать
? —
καθρεφτίζω
как на
(ново)греческом
будет слово
отображать
? —
καθρεφτίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
καθρεφτίζω
? — отражать, отображать
#
(ново)греческий словарь
—
περιοριστικός
—
αμμοαργιλλώδης
—
βουκκιά
—
ποδαρίλα
—
πεπρωμένο
—
αξιοσημείωτος
—
συγκεκριμένα
—
υπόστυλος
—
διπλωτής
—
κοινωνικοποιώ
—
αντιδημαρχία
—
εσωκομματικός
—
βιτσιά
—
αβούλλωτος
—
σφυρίκτρα
—
βαθμονόμησις
—
ξεκουτιάρα
—
επισκοπικός
—
πισινά
—
φύομαι
—
κρητικιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω