🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μικροαστή
μικροαστή
η 1)
мелкий буржуа; мещанка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мелкий буржуа
? —
μικροαστή
как на
(ново)греческом
будет слово
мещанка
? —
μικροαστή
как с
(ново)греческого
переводится слово
μικροαστή
? — мелкий буржуа, мещанка
#
(ново)греческий словарь
—
γυροπλάνο
—
γομαριάζω
—
διαγνωστικό
—
Αλβανός
—
άγνωστη
—
διαστυλώνω
—
ιδροκόπι
—
εξείπον
—
ανδρώνομαι
—
ψύξη
—
μελικουκκιά
—
επωάζομαι
—
ιστοθέτις
—
προνομιακός
—
αντιδάκτυλος
—
μονομέρεια
—
περίπαιγμα
—
ειρηνικός
—
εργολήπτης
—
ευρωτίαση
—
αστίλβωτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω