🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ρίψασπις
ρίψασπις
(-ιδος) ο 1)
трус
;
2) уст.
дезертир
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
трус
? —
ρίψασπις
как на
(ново)греческом
будет слово
дезертир
? —
ρίψασπις
как с
(ново)греческого
переводится слово
ρίψασπις
? — трус, дезертир
#
(ново)греческий словарь
—
κουμπαριάζω
—
χαρτομάζα
—
γυναικωτός
—
αμάν
—
σόντέκνισσα
—
μετόπισθεν
—
οργανωμένος
—
ατρωτο
—
εφοπλιστής
—
τσιγαρόχαρτο
—
λυσσομάνημα
—
σταθμευμένος
—
συλλάβισμα
—
μεταβατικά
—
παλάβρα
—
οχλοβοή
—
συνταυτιστικός
—
γκιουβετσάδο
—
καθαριστής
—
καραγκούνισσα
—
χερόμυλος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω