🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υποκαπνισμός
υποκαπνισμός
ο
окуривание
(в лечебных целях)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
окуривание
? —
υποκαπνισμός
как с
(ново)греческого
переводится слово
υποκαπνισμός
? — окуривание
#
(ново)греческий словарь
—
ύσσωπος
—
αμφίεδρος
—
καρβοονιάρικος
—
κολοκυθένιος
—
μπυραρία
—
μονώνυχος
—
παραβλάπτω
—
προνομία
—
αλλαξιά
—
εκθέτρια
—
κόζι
—
τσαγκρούνισμα
—
γουβάς
—
ζαρζαβατσής
—
θεωρητικός
—
επιμήκης
—
φιληδονία
—
απλολογία
—
μπελαμάνα
—
αναδεύομαι
—
κερασής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω