🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δεψικός
δεψικός
дубильный
;
~ή ύλη — дубитель, дубильное вещество
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
дубильный
? —
δεψικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
δεψικός
? — дубильный
#
(ново)греческий словарь
—
αρνοκλήσι
—
γόμος
—
εργοστάτης
—
δροσός
—
αναγκασμός
—
κάψα
—
παιδοψυχολογία
—
βουτάκιας
—
εξουθενώνω
—
φιλανθρωπισμός
—
ένοπλος
—
ξεσαβουριάζω
—
καθηκόντως
—
αδρόσιστος
—
τρισεύγενης
—
χαλικοδόμος
—
ανακαλυπτικός
—
ζημίωμα
—
δραματολογία
—
καρβουναποθήκη
—
εξαθλιώνομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω