🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καθηκόντως
καθηκόντως
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
καθηκόντως
? —
#
(ново)греческий словарь
—
εξηγιούμαι
—
συμπλέκτης
—
εγκαρτερησία
—
ξεβασκαμένος
—
απόχυση
—
σπιρτοθήκη
—
γάζα
—
αντιβεντετικός
—
σφάλισμα
—
εξηνταριά
—
σφίξη
—
αλλόκοτα
—
κατσαμακλού
—
θερινός
—
σφανταχτερός
—
κάθετος
—
μαροκινός
—
επίχωση
—
τραυματιοφορεύς
—
ρηχία
—
ξαρμυρισμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω