🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φαληρώτικος
φαληρώτικ|ος
фалеронский, относящийся к Фалерону
(предместью Афин)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
фалеронский
? —
φαληρώτικος
как на
(ново)греческом
будет слово
относящийся к Фалерону
? —
φαληρώτικος
как с
(ново)греческого
переводится слово
φαληρώτικος
? — фалеронский, относящийся к Фалерону
#
(ново)греческий словарь
—
αποδείχνω
—
ψυχοπονάω
—
μεταλλοξίδιο
—
πινακίδα
—
διατοίχηση
—
διεκπρίω
—
ιστιούχος
—
αντιστρατιωτισμός
—
φόρτωμα
—
ταπητουργία
—
βουλω
—
αβασίλευτος
—
καρτερικός
—
βελτιώσιμος
—
αναπόσβεστος
—
επιθεωρώ
—
ασύστατος
—
αιώρα
—
χούφτα
—
ανακοινωθέν
—
αστασίαστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω