🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ζυγαρίζω
ζυγαρίζω
парить в вышине
(о хищных птицах)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
парить в вышине
? —
ζυγαρίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
ζυγαρίζω
? — парить в вышине
#
(ново)греческий словарь
—
εξαρμοστήρας
—
ξανοιχτός
—
ικτίδα
—
ταγιέρ
—
παρέβην
—
αντώνυμος
—
επιστεγάζω
—
γαργαρίζω
—
στοιχειοθεσία
—
τσούρμα
—
πυριτιδοποιία
—
ενθρονιάζομαι
—
ιστιολόγιο
—
γυναικών
—
υψίπυκνος
—
ζαχαροπλάστης
—
εκτητικός
—
άγαμος
—
αναλύτης
—
πεισματικός
—
αγαλακτία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω